Η Άννα, μια γαλλίδα, χωρισμένη μητέρα που έχει χτίσει τη ζωή της σε ένα χωριό της Σικελίας, έρχεται αντιμέτωπη με μια τραγική οικογενειακή απώλεια. Ύστερα από λίγες μέρες, υποδέχεται στο αρχοντικό μέγαρο, όπου διαμένει η ίδια με τον οικονόμο του σπιτιού, την κοπέλα του γιου της , την επίσης γαλλίδα Ζαν, η οποία καταφθάνει για να τον συναντήσει. Οι μέρες περνούν, εκείνος δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή του, και η Άννα κρατάει καλά φυλαγμένο το μυστικό για την αιτία της απουσίας του γιου της. Η Ζαν εξακολουθεί να τον περιμένει αγνοώντας την αλήθεια, και από την αναμονή της αυτή δανείζεται και η ταινία τον τίτλο της «Η Μεγάλη Αναμονή», βασισμένη σε θεατρικό του Λουίτζι Πιραντέλο.

Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη Πιέρο Μεσίνα, ο οποίος διετέλεσε συνεργάτης και βοηθός του Πάολο Σορεντίνο, πασίγνωστου πλέον δημιουργού της οσκαρικής «Τέλειας Ομορφιάς» και τελευταίως, της «Νιότης». Έχοντας ο Μεσίνα την εμπειρία της δουλειάς πλάι σε ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έχει παράξει προσφάτως ο ιταλικός κινηματογράφος, και στο πλευρό του τους παραγωγούς των δύο προαναφερθεισών ταινιών, παραδίδει εδώ μία ωδή στην απώλεια και την απόγνωση που έπεται αυτής. Η ταινία έκανε την πρεμιέρα της στο φεστιβάλ Βενετίας του 2015, με την ερμηνεία της σπαρακτικής Ζιλιέτ Μπινός να κλέβει τις εντυπώσεις.  Η Μπινός με αυτή την έμφυτη μελαγχολία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, και τις ρυτίδες της να μαρτυρούν την μελαγχολία και τον ψυχικό της πόνο, δίνει την αίσθηση με την καταπληκτική της ερμηνεία ότι κάθε κύτταρό της υποφέρει από την φοβερή απώλεια που έχει ζήσει, σπαράσσοντας σιωπηλά ,χωρίς υψηλούς τόνους . Αυτή συνιστά μία καθόλα ρεαλιστική αποτύπωση της μελαγχολίας μιας μητέρας για τον απρόσμενο χαμό του παιδιού της. Την ακολουθεί πιστά η νεαρή και επίσης γαλλίδα, Λου ντε Λαάζ, που αποδεικνύεται εξίσου αξιόλογη στο ρόλο της όμορφης , καλοπροαίρετης και αγνής ύπαρξης που αγνοεί το φοβερό συμβάν.

 Κάθε σκηνή από την στιγμή της έλευσης της Ζαν, φαίνεται να λειτουργεί ως οιωνός για τα τραγικά μαντάτα που την περιμένουν. Το βάρος της ταινίας δίνεται στην σκηνοθεσία και λιγότερο στο σενάριο. Οι διάλογοι μεταξύ των δύο γυναικών που επιχειρούν προοδευτικά να γνωριστούν είναι λιγοστοί, φειδωλοί. Εξάλλου, μετά από μια απώλεια,  τα λόγια περιττεύουν. Γι’ αυτό και ο Μεσίνα επιλέγει να διοχετεύσει όλη του την μαεστρία στην διαμόρφωση μιας βαριάς, σκοτεινής και υποβλητικής ατμόσφαιρας, που αντιπροσωπεύει την θλίψη του χαμού που βιώνει ένας γονιός. Χωρίς να εκβιάζει τη συγκίνηση του αποδέκτη με υπερβολές και μελοδραματισμούς, δημιουργεί ένα αισθητικά όμορφο φιλμ με εικονογραφία συμβολική που ανά στιγμές φέρνει στο νου ζωγραφικούς πίνακες της Αναγέννησης.  

 

Φωτεινή Στεργίου

 

Σχετικά άρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.